Τι είναι το εκπαιδευτικό δράμα;

Το εκπαιδευτικό δράμα είναι μια διαδικασία βιωματικής διερεύνησης ανθρώπινων καταστάσεων που στηρίζεται στη χρήση στοιχείων της θεατρικής τέχνης και στην ανθρώπινη φαντασία. Μπορεί επομένως να αποτελέσει έναν  εναλλακτικό, πιο δημιουργικό, τρόπο προσέγγισης της γνώσης είτε αυτή  αφορά στο αναλυτικό πρόγραμμα του σχολείου είτε στην ευρύτερη κατανόηση του κόσμου μέσα στον οποίο ζούμε και της σχέσης μας με αυτόν.





Αυτό που χρειαζόμαστε στην πράξη είναι:

Μια ομάδα συμμετεχόντων -οποιασδήποτε ηλικίας.

Ρόλους για τους συμμετέχοντες.

Δράση μέσα από τους ρόλους σε μια επινοημένη ανθρώπινη κατάσταση βασισμένη στη δομή και  τα στοιχεία του δράματος.

Έναν/μία δάσκαλο/α δράματος που θα γνωρίζει καλά τις δύο τέχνες, δραματική και παιδαγωγική, για να μπορέσει όχι μόνο να "παίξει" μαζί με τους συμμετέχοντες, αλλά για να δημιουργήσει τις συνθήκες οι οποίες θα επιτρέψουν τη βίωση και τον αναστοχασμό μέσα και πάνω στο περιεχόμενό της επινοημένης κατάστασης.



Και τέλος, όλα τα παραπάνω, με την προοπτική της κατανόησης του εαυτού μας και του κόσμου στον οποίο ζούμε.  



Το δράμα δεν είναι θέατρο - αν και ανήκει στο ίδιο είδος τέχνης - γιατί δεν απευθύνεται σε κάποιο θεατρικό κοινό. Δεν χρειάζονται τεχνικές γνώσεις και ικανότητες υποκριτικής ούτε για τους συμμετέχοντες ούτε για τους δασκάλους -  αν και μπορεί να είναι μέρος μιας θεατρικής προετοιμασίας εάν αυτός είναι ο σκοπός μας. Το δράμα μπορεί να αποτελέσει μία μέθοδο διδασκαλίας του αναλυτικού προγράμματος ή μία διαδικασία διερεύνησης κοινωνικών θεμάτων, μέρος προετοιμασίας και διερεύνησης ενός θεατρικού έργου με σκοπό την παράσταση, εργαλείο για την ανάπτυξη θεμάτων αγωγής υγείας, βάση για ανάπτυξη ενός project … δηλαδή μπορεί να βοηθήσει πεδία που στοχεύουν στη γνώση, βίωση, διερεύνηση και κατανόηση και απαιτούν ένα πλαίσιο αναζήτησης και προβληματισμού.


Δράμα και παιδαγωγική πράξη

Συχνά στην παιδαγωγική διαδικασία –όποια μορφή και σκοπό και αν έχει αυτή-  η γνώση απευθύνεται μόνο στη αναλυτική σκέψη,  διαχωρίζεται  από το συναίσθημα και γίνεται επιδερμική χωρίς προσωπική εμπλοκή από τους μαθητές.
Πόσο μπορούμε όμως να γνωρίζουμε ολοκληρωμένα κάτι αν ταυτόχρονα δεν κινητοποιούμαστε συναισθηματικά;
  Ο Jerome Bruner, στο βιβλίο του «Προς μια Θεωρία της Διδακτικής» (Towards a Theory of Instruction), υποστηρίζει ότι ο μαθητευόμενος χρειάζεται να συμμετέχει ενεργητικά στη μαθησιακή διαδικασία και ότι τα συναισθήματα, η φαντασία και οι αξίες του παιδιού πρέπει να ενεργοποιούνται εξίσου με τη νόηση ώστε η γνώση να αποκτά προσωπική αξία και νόημα.
  Το Δράμα στην Εκπαίδευση (εν συντομία το δράμα) έχει αναπτυχθεί πάνω στη βάση της επιτυχούς αξιοποίησης αυτών των δύο ανθρώπινων ικανοτήτων. Χρησιμοποιεί τη δομή και τα στοιχεία της δραματικής τέχνης για να δημιουργήσει εμπειρίες από «πρώτο χέρι» και ταυτόχρονα μπορεί να λειτουργεί αναλυτικά μέσω κυρίως της γλώσσας και διαφόρων τεχνικών αναστοχασμού. Όταν ο/η εκπαιδευτικός  δημιουργεί με το δράμα ένα φανταστικό κόσμο και προσκαλεί τα παιδιά να επενδύσουν ενεργητικά και άμεσα κάτι από τον εαυτό τους σε αυτό, τότε ουσιαστικά δημιουργεί τη δυνατότητα να υπάρξει κατανόηση που αφορά άμεσα τον πραγματικό κόσμο (Bowell & Heap:2).
Κατά κάποιο τρόπο η παραπάνω πρόταση δημιουργεί ένα είδος παράδοξου. Πώς είναι δυνατόν το δράμα, το οποίο υπάρχει και λειτουργεί μέσα σε πλασματικές συνθήκες, να βοηθά στην κατανόηση του πραγματικού κόσμου;
Στην πραγματικότητα η βάση του δράματος συμπίπτει με τον τρόπο με τον οποίο τα παιδιά κατανοούν τον κόσμο γύρω τους. Την ικανότητά τους δηλαδή να «παίζουν» στο φανταστικό  κόσμο και ταυτόχρονα να πειραματίζονται στον πραγματικό. Και οι δύο κόσμοι ενεργοποιούνται και συνδέονται μεταξύ τους μέσω της ανθρώπινης δημιουργικής φαντασίας. Αυτό συμβαίνει, για παράδειγμα, όταν βλέπουμε μικρά παιδιά να υιοθετούν ρόλους και να παίζουν το γιατρό, ένα ατύχημα ή κάποια ιστορία. Η ικανότητα αυτή είναι μοναδικό ανθρώπινο χαρακτηριστικό το οποίο επιτρέπει σε όλους τους ανθρώπους -και όχι μόνο στα παιδιά- να προσποιηθούμε και να δημιουργήσουμε φανταστικές καταστάσεις οι οποίες δεν είναι πραγματικά παρούσες (Bowell & Heap:2-3) αλλά σχετίζονται ή, ακόμα καλύτερα, προέρχονται από τον πραγματικό κόσμο μέσα στον οποίο ζούμε. Μπορεί ως ενήλικες να μην «παίζουμε» πια με τον ίδιο τρόπο όπως τα μικρά παιδιά, αλλά πόσες φορές δεν «ξαναπαίξαμε» νοερά, καθώς πλέναμε τα πιάτα ή ξαπλώναμε ήσυχα στο κρεβάτι μας το βράδυ, μια ατυχή συνάντηση ή ένα περιστατικό που μας προβλημάτισε ή μας χαροποίησε προηγουμένως;
Το δράμα στηρίζεται πάνω σε αυτή τη «φυσική» ανθρώπινη ικανότητα να δημιουργούμε φανταστικές καταστάσεις μέσω των οποίων μπορούμε να διερευνήσουμε και να καταλάβουμε  τον πραγματικό κόσμο: την ικανότητά μας να αναστέλλουμε τη δυσπιστία μας έτσι ώστε το αναποδογυρισμένο τραπέζι να είναι ένα καράβι, η τάξη του σχολείου να είναι ένα δάσος όταν εμείς θέλουμε να είναι. Με αυτό τον τρόπο μπορούν να συνδεθούν διαφορετικά είδη εμπειρίας βάζοντας μαζί τα «πρόσωπα» της φαντασίας και της πραγματικότητας και επιτρέποντας  το καθένα από αυτά να διαφωτίσει το άλλο (Bowell & Heap:3). 
  Επομένως το δράμα είναι ένα «ψέμα» που μας βοηθά, παραδόξως, να δούμε την πραγματικότητα. Μάλιστα, επειδή ακριβώς είναι ένα «ψέμα», οι φανταστικές συνθήκες δεν επισύρουν πραγματικούς κινδύνους ούτε φέρουν πραγματικές επιπτώσεις για τους συμμετέχοντες. Τα μέλη της ομάδας λειτουργούν σε μια «περιοχή χωρίς κυρώσεις» (no penalty zone), όπου μπορούν να διερευνήσουν ελεύθερα και ανεμπόδιστα ανθρώπινες καταστάσεις οι οποίες στην πραγματικότητα θα δημιουργούσαν μέχρι και πραγματικές απειλές ή σοβαρές συναισθηματικές πιέσεις. Δεν είναι δύσκολο να φανταστούμε, για παράδειγμα, τι θα δημιουργούσε ένα πραγματικό περιστατικό βίας. Όμως, σε ένα μάθημα δράματος που ασχολείται με τη βία οι συμμετέχοντες δεν θα έχουν να αντιμετωπίσουν πραγματικά επακόλουθα, αλλά θα μπορούν μέσω του ρόλου τους να διερευνήσουν τι σημαίνει αυτό, πώς αισθάνονται θύτες και θύματα, τις επιπτώσεις, γιατί μπορεί να προκαλείται κ.λπ.  Αυτό το διπλό πρόσωπο στο δράμα, το πραγματικό και το φανταστικό, η διπλή ύπαρξη που ονομάζουμε μέθεξη (metaxis) αποτελεί τη θεμελιώδη βάση του και το σημείο από όπου αντλεί την παιδαγωγική του δυναμική. 

Από τα σεμινάρια δράματος στην Ιορδανία, Jerash, Al Qattan Foundation 

  Κατά τον Fleming (2003), η έννοια του «δράματος ως εργαλείου μάθησης» μπορεί να προκαλέσει σύγχυση. «Είναι εύκολο να ερμηνευτεί αποκλειστικά ως αναφορά στη χρήση του δράματος μέσα στο σχολικό αναλυτικό πρόγραμμα για να διδαχθούν άλλα μαθήματα. Παραδοσιακά, όμως, είχε πολύ ευρύτερο τρόπο χρήσης και σχετίζεται, μάλλον, με όλη την παράδοση του Δράματος στην Εκπαίδευση… Η σύγχυση σχετικά με το δράμα ως μάθηση προέρχεται, κατά ένα μέρος, από τη φύση της ίδιας της έννοιας ‘‘μάθηση’’. Υπάρχει μία χρήση του όρου η οποία περιλαμβάνει την ευρύτερη αντίληψη της ανθρώπινης ανάπτυξης.  Ο Bruner (1971) τόνισε ότι ‘η μάθηση είναι τόσο βαθιά ριζωμένη στον άνθρωπο σε σημείο που να είναι σχεδόν ακούσια’ και επίσης ότι η ιδέα της εκπαίδευσης είναι ‘μια ανθρώπινη επινόηση η οποία οδηγεί τον μαθητευόμενο πέρα από την ‘απλή’ μάθηση’. Κατά μία έννοια, επομένως, είναι δυνατό να θεωρήσουμε τα πιο βασικά ανθρώπινα στοιχεία ως διδακτέα, και αν το δράμα διευκολύνει την απόκτηση αυτών των στοιχείων με οποιοδήποτε τρόπο, δεν θα ήταν λάθος (αν και ίσως να μην είναι πάντα βοηθητικό) να πούμε ότι η μάθηση συντελείται μέσα από αυτό. Ως εκ τούτου είναι δυνατό να χρησιμοποιήσουμε την έννοια της μάθησης στο δραματικό παιχνίδι ρόλων, στον αυτοσχεδιασμό, στην παρακολούθηση ενός έργου, ακόμα και σε μια άσκηση ή σε παιχνίδια. ‘‘Η μάθηση’’, υπό αυτήν την έννοια, δεν μπορεί να διαχωριστεί εύκολα από την ‘‘ανάπτυξη’’» (Fleming : 38-40)
Ενώ σε άλλα είδη δραματικής τέχνης, όπως το θέατρο, το περιεχόμενο δημιουργείται από το σύνολο των συντελεστών -σκηνοθέτης, συγγραφέας, ηθοποιοί κ.λπ.-  και στη συνέχεια απευθύνεται στο κοινό, στο Δράμα στην Εκπαίδευση οι συμμετέχοντες μαζί με τον/τη δάσκαλο/α δημιουργούν το περιεχόμενο για τους ίδιους. Οι συμμετέχοντες υιοθετούν γενικούς ρόλους -και όχι χαρακτήρες- και μέσα από αυτούς ασχολούνται και διερευνούν τις ανθρώπινες καταστάσεις μέσα στο δράμα (Bowell & Heap:7).  Αυτό δε σημαίνει βέβαια ότι η θεατρική παράσταση αποκλείεται. Αντίθετα, εάν ο στόχος είναι η παρουσίαση σε κοινό, τότε το δράμα είναι το πρώτο στάδιο διερεύνησης του περιεχομένου, διαδικασία που θα βοηθήσει την ομάδα πρώτα απ’ όλα να το κατανοήσει και να εμβαθύνει σε αυτό. 

Από τα σεμινάρια δράματος στην Ramallah, Παλαιστίνη, Al Qattan Foundation 

  Ο ρόλος του/της εκπαιδευτικού είναι να δημιουργήσει ένα αποτελεσματικό δραματικό πλαίσιο, γνωρίζοντας και χρησιμοποιώντας επαρκώς τα στοιχεία της δραματικής τέχνης, και να βρει τρόπους ώστε να βοηθήσει την ομάδα να διερευνήσει τις καταστάσεις σε βάθος μέσα από την ενεργητική και βιωματική συμμετοχή τους και τον αναστοχασμό. Οι καταστάσεις αυτές μπορούν να σχετίζονται με κάθε δυνατή δραστηριότητα όπως το θέατρο, το αναλυτικό πρόγραμμα, σχέσεις ομάδας, κοινωνικά θέματα, αγωγή υγείας κλπ. Με άλλα λόγια, ο/η δάσκαλος/α δεν μεταφέρει απλώς γνώση και πληροφορία στα μέλη της ομάδας, αλλά τα βοηθά να εμβαθύνουν σε αυτή τη γνώση, να τη συνδέσουν και ταυτόχρονα να διερευνήσουν τον εαυτό τους σε σχέση με αυτήν και τον κόσμο μέσα στον οποίο ζουν. Ουσιαστικά  δημιουργεί τις συνθήκες μέσα στις οποίες θα προχωρήσουν πέρα και πάνω από την άμεση διδακτική σχέση και το συγκεκριμένο επίπεδο ανάπτυξής τους. Σε αυτό το σημείο το Δράμα στην Εκπαίδευση έχει επηρεαστεί βαθιά από τις απόψεις του Lev Vygotsky με την έννοια της «ζώνης επικείμενης ανάπτυξης» (zone of proximal development) και του Jerome Bruner με την έννοια του «ικριώματος» ή «σκαλωσιάς» (scaffolding). Και οι δύο έννοιες έχουν ως βάση τους την κοινωνική αλληλεπίδραση των μελών μιας ομάδας με κάποιον ικανότερο ο οποίος δημιουργεί τις υποστηρικτικές συνθήκες (σκαλωσιά) ώστε να λειτουργήσουν σε ανώτερο επίπεδο από αυτό στο οποίο ορατά βρίσκονται (ζώνη επικείμενης ανάπτυξης).  

Από τα σεμινάρια δράματος στο χώρο των Δια-ΔΡΩ-μών, Αθήνα, Αρριανού 26, Παγκράτι

 Αλλά, όπως ίσως είναι ήδη κατανοητό, η παραπάνω διαδικασία μπορεί να ενεργοποιηθεί μόνο εάν η τέχνη του δράματος χρησιμοποιείται  ολόπλευρα. Το άλλο εξίσου σημαντικό «κομμάτι» της «σκαλωσιάς» στο δράμα είναι η ίδια η δραματική τέχνη. Επομένως η βαθιά γνώση της δομής και των στοιχείων του δράματος θεωρείται απαραίτητη για όποιον/α θέλει να αξιοποιήσει το δράμα με την ομάδα του. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να έχουμε άριστες γνώσεις υποκριτικής ή σκηνοθεσίας, αλλά γνώση πάνω στο πώς λειτουργούν και πώς μπορούν να αξιοποιηθούν τα στοιχεία και η δομή του δράματος. Αυτό το «κομμάτι» είναι εξίσου σημαντικό γιατί αποτελεί επίσης μέρος της γνώσης που διατίθεται και στα παιδιά/συμμετέχοντες καθώς σταδιακά μαθαίνουν και οι ίδιοι να χρησιμοποιούν τη δομή και τα στοιχεία του δράματος στην έκφραση και τη διερεύνησή τους. Επομένως, χρειάζονται και τα δύο επίπεδα γνώσης, δραματική και παιδαγωγική τέχνη, που και τα δύο εννοούνται εδώ με την ευρύτερή τους έννοια.

Από τα σεμινάρια Δράματος στο Drama Rainbow, Πεκίνο, Κίνα. 

Τα βασικά στοιχεία του δράματος θα μπορούσαμε να τα περιγράψουμε, εν συντομία, ως εξής: ρόλοι (όχι οι θεατρικοί χαρακτήρες) με στόχους - οι οποίοι αντιμετωπίζουν ενάντιες προθέσεις - οι οποίες με τη σειρά τους επιβραδύνουν το χρόνο - κάτω από την πίεση περιορισμών  - σε επεισόδια με ένα συμβάν στο κέντρο τους - αποκαλύπτοντας επίπεδα νοήματος μέσα από πράξεις, αντικείμενα, εικόνες, τη γλώσσα του σώματος και λέξεις. 
  Το Δράμα στην Εκπαίδευση έχει αναπτύξει μια πληθώρα στρατηγικών, τεχνικών και προβληματισμών που στηρίζονται όχι μόνο στις εξελίξεις στην παιδαγωγική θεωρία αλλά και στη θεατρική πρακτική. Συνεχίζει βέβαια να αναπτύσσεται και ήδη καινούριες έρευνες βρίσκονται σε εξέλιξη που έχουν σχέση είτε με τη δομή είτε με την παιδαγωγική του διάσταση και χρήση.


Από τα σεμινάρια δράματος στο Drama Rainbow Πεκίνο, Κίνα 

Βιβλιογραφία
Bowell, Pamela & Heap S. Brian (2001) Planning Process Drama. London: David Fulton Publishers
Bruner, Jerome (1971) Towards a Theory of Instruction. Cambridge, Mass,: Harvard University Press
Fleming, Mike (2002) Starting Drama Teaching. 2nd ed. Oxon: David Fulton Publishers


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου